*

Αποστολέας Θέμα: Μουσικά αφιερώματα  (Αναγνώστηκε 160039 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος apri

  • Ιστορικό μέλος
  • *****
  • Μηνύματα: 4496
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Dum spiro, spero
    • Προφίλ
Απ: Μουσικά αφιερώματα
« Απάντηση #728 στις: Οκτώβριος 01, 2018, 09:01:44 μμ »
Με τη σκέψη στον μπαμπά μου, που "έφυγε" απροσδόκητα πριν από λίγο καιρό... :-\



I still love him



 


Σ’ όλο το ταξίδι δεν μ’ άφησε η νοσταλγία…
Δεν λέω πως ήταν σαν την σκιά μου.
Έστεκε πλάι μου ακόμη και μες στο σκοτάδι.
Δεν λέω πως ήταν σαν τα χέρια και τα πόδια μου.
Όταν κοιμόμαστε, χάνονται χέρια και πόδια.
Κι εγώ δεν έχανα τη νοσταλγία ούτε στον ύπνο μου.

Σ’ όλο το ταξίδι δεν μ’ άφησε η νοσταλγία.
Δεν λέω πως ήταν πείνα ή δίψα
ή επιθυμία για δροσιά μες στην κάψα
ή για ζεστασιά μες στο κρύο.
Ήταν κάτι που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί.
Δεν ήταν χαρά ή λύπη που να ’χει σχέση με τις πόλεις,
τα σύννεφα, τα τραγούδια, τις μνήμες.
Βρισκόταν μέσα σε μένα κι έξω από μένα.

Σ’ όλο το ταξίδι η νοσταλγία δεν μ’ άφησε.
Κι απ’ το ταξίδι όλο, μόνο η νοσταλγία μου ΄μεινε.”


Nazim Hikmet




https://www.youtube.com/watch?v=ZIvv82MaFtM

[τα λόγια του μονολόγου που ακούγεται:
https://www.azlyrics.com/lyrics/lanadelrey/istilllovehim.html ]







ΥΓ. Ο μονόλογος «I still love him»
είναι το καταληκτικό τμήμα του τραγουδιού «National Anthem”,
που έγραψε η Lana Del Rey το 2012
εμπνεόμενη από τη δολοφονία του J.F.Kennedy το 1963.
Ο μονόλογος υποτίθεται πως είναι οι νοσταλγικές σκέψεις της Jackie Kennedy
μετά την απροσδόκητη απώλεια του συζύγου της.

Το βίντεο που παρέθεσα, ωστόσο, δεν είναι το επίσημο video clip του τραγουδιού.
Είναι ένα βίντεο με σκηνές από την ταινία “Pride and Prejudice” (2005),
που είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Jane Austen (1813).
Εδώ ο εν λόγω μονόλογος επιστρατεύεται,
για να αφηγηθεί μια άλλη, λιγότερο δραματική ιστορία απώλειας,
καθώς η ηρωίδα, η Elizabeth Bennet εκφράζει τις νοσταλγικές της σκέψεις
για τον αγαπημένο της Mr Darcy, τον οποίο νομίζει πως έχει χάσει ανεπιστρεπτί.
Αυτός όμως επιστρέφει παρά τις προσδοκίες…



......τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,
είναι πι' όμορφοι οι άγνωστοι πάντα γιαλοί.... (Κ. Χατζόπουλος)

Αποσυνδεδεμένος PDE ads

  • Ιστορικό μέλος
  • *****
  • Μηνύματα: 4006
  • Λατρεύω την εκπαίδευση
    • Προφίλ
    • E-mail
    • Προσωπικό μήνυμα (Εκτός σύνδεσης)
Απ: Μουσικά αφιερώματα
« Δημοσιεύτηκε: Σήμερα στις 06:38:43 »

Αποσυνδεδεμένος theodora7

  • Έμπειρο μέλος
  • ****
  • Μηνύματα: 560
  • Φύλο: Γυναίκα
  • ΠΕ 02, ΠΕ60 και ΠΕ23
    • Προφίλ
Απ: Μουσικά αφιερώματα
« Απάντηση #729 στις: Δεκέμβριος 04, 2018, 08:17:20 μμ »
http://chrysanthi-hrisa-hrisa.blogspot.com/2012/09/blog-post_8.html
τραγούδια που ακούω καθημερινά.

Πρωτοστατεί το


Καλημέρα καλημέρα
πάλι θα σας πω
πάλι θα σας πω.

Καλημέρα καλημέρα
βγαίνει ο ήλιος πάλι
πίσω απ΄το βουνό.

Όλα γύρω, όλα γύρω
Θέλω να τα μάθω
Θέλω να τα δω.

Όλα γύρω, όλα γύρω
θέλω να τα μάθω
για να σας τα πω.


Βασικό τραγούδι για καλημέρα.


Εως πρόσφατα, με το που οι δείκτες των ρολογιών έδειχναν δώδεκα το μεσημέρι, έκοβα την «καλημέρα» και το γυρνούσα στο «καλησπέρα». Ωσπου έπεσα πάνω στον ιστορικό Πασχάλη Κιτρομηλίδη, τον οποίο συνάντησα κάπου εκεί λίγο μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, και μου έκανε μια (καλοπροαίρετη) παρατήρηση. «Ακόμα ο ήλιος είναι ψηλά, γιατί μου λες “καλησπέρα”; Ακόμα είναι μέρα έξω».

Ημουν λάθος λοιπόν; Ο κ. Κιτρομηλίδης μου εξήγησε το μάλλον αυτονόητο τελικά: η εσφαλμένη χρήση (κατάχρηση μάλλον) του «καλησπέρα» είναι μια γλωσσική παρεξήγηση που σχετίζεται με την κυριαρχία της αγγλικής. «Μετά τις δώδεκα το μεσημέρι λέμε “καλησπέρα” όπως οι αγγλόφωνοι λένε “Good afternoon”, και πολύ καλά κάνουν οι άνθρωποι διότι το “afternoon” σημαίνει ακριβώς αυτό: μετά το μεσημέρι. Οταν ο ήλιος γέρνει και βασιλεύει το γυρνάνε σε “Good evening” – τότε θα έπρεπε και εμείς να χρησιμοποιούμε τo “καλησπέρα” μας». Λογικό: οι Εσπερινοί στις εκκλησίες, καθ’ όσον γνωρίζω δηλαδή, δεν ψάλλονται με τον ήλιο να ακτινοβολεί αλύπητα. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω έως ποια ώρα ακριβώς είναι ορθό να λέμε «καλημέρα» και από ποιο σημείο κι έπειτα να το γυρνάμε σε «καλησπέρα». Οχι πως έχει και καμία σημασία για πολύ κόσμο που λέει «καλημέρα» και «καλησπέρα» ανάλογα με την έμπνευση της στιγμής (κι έχει άλλες σκοτούρες στο κεφάλι του...). Πάντως το λάθος (αν είναι όντως λάθος δεν το έχω ελέγξει – ωστόσο εμπιστεύομαι τον κ. Πασχάλη Κιτρομηλίδη κι, εξάλλου, είναι απολύτως λογικό αυτό που μου είπε) δεν είναι γραμματικό ή συντακτικό αλλά μάλλον πραγματολογικό: έξω ο ήλιος καίει και λάμπει, πού είδαμε την «καλήν εσπέρα»;

Η γλώσσα είναι ένα ολισθηρό έδαφος. Τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά η δημοσιογραφία φέρει τεράστιες ευθύνες για τις πολλαπλές κακοποιήσεις της. Το ίδιο και η πολιτική όμως. Γενικά, ο δημόσιος λόγος πάσχει. Δεν είναι μόνον τα λογής λογής «μαργαριτάρια» αλλά και ένας αφόρητα προβλέψιμος λόγος που αρκείται σε στερεότυπα ανακυκλώνοντας την ίδια στιγμή χονδροειδή σφάλματα. Η γλώσσα λοιπόν είναι ένα άκρως ολισθηρό έδαφος, σχεδόν μια κινούμενη άμμος, και με τις ταχύτητες που διέπουν τη δημοσιογραφία, εύκολα υποπίπτουμε σε λάθη και χοντροκοπιές.

Κείμενο
 Μιλάω σε εσένα που είπα καλημέρα βγαίνοντας από την πόρτα της πολυκατοικίας και γύρισες από την άλλη. Και σε σένα, που συνέχισες να ανεβαίνεις τα σκαλιά, παριστάνοντας μάλιστα τον Κεντέρη αμέσως μόλις με άκουσες.

Α.. Όπως και σε εσένα, αγαπημένη πλειοψηφία, που προσπαθείς να δικαιολογηθείς στην πορεία, με την επίσης αγαπημένη δικαιολογία που κολλά παντού «δεν έχω ακόμη πιει καφέ». Δεκτό και κατανοητό. Αλλά και πάλι. Δηλαδή τι; Μου λες ότι επειδή δεν ήπιες καφέ, μια αόρατη καφέ δύναμη σε εμποδίζει να ανταποδώσεις την καλημέρα του φτωχού συνανθρώπου σου που χωρίς να το σκεφτεί σε καλημέρισε;

Δεν είστε όμως μόνο εσείς που προσπερνάτε ή προσπαθείτε να δικαιολογηθείτε. Αναφέρομαι στην κατηγορία εκείνων που όχι μόνο δεν ανταποδίδουν, αλλά γυρίζουν και σε βλέπουν με ύφος «Σε ξέρω από κάπου; Γιατί μου λες καλημέρα, άνθρωπε μου;» Σε όλους αυτούς έχω μια και μοναδικά απάντηση. Μια καλημέρα δεν έβλαψε ποτέ κανένα, άσχετα αν τον ξέρεις είτε αν τον βλέπεις για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή σου. Γιατί μάθετε και αυτό. Όλοι έχουμε αργήσει κάποια μέρα και τρέχουμε να προλάβουμε, όλοι ξυπνάμε ανάποδα και αγχωμένοι, αλλά πραγματικά με το να πεις μια «Καλημέρα» δε θα φτάσεις στον προορισμό σου γρηγορότερα, ούτε θα εξαφανιστούν δια μαγείας τα προβλήματα και οι σκοτούρες που σε απασχολούν.

Ένα μισό γνωμικό λέει «ό,τι δίνεις παίρνεις». Δε υποστηρίζω πως με το να πεις μια καλημέρα, σημαίνει αυτόματα πως θα την έχεις κιόλας. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Και εννοείτε, ποτέ μην προκαλείς την τύχη σου.

Και κάτι τελευταίο. Καλημέρα λέμε μέχρι τις 12 το μεσημέρι. Μετά, λέμε καλησπέρα. Τώρα θα μου πεις, αξιοζήλευτε ακόμα φοιτητή, όταν ξυπνήσω στις 12:30 και βάλε, φυσικά και θα πω καλημέρα. Σε νιώθω. Αλλά δοκίμασε να πεις καλημέρα σε κάποιον που δουλεύει από τις 6:00 το πρωί ή ακόμα χειρότερα ήταν νυχτερινός και περιμένει να σχολάσει για να πάει να κοιμηθεί. Θα είσαι τυχερός αν αρκεστεί σε κάποιο βλέμμα και όχι σε κάποιο προσβλητικό σχόλιο.

Όπως και να έχει. Την επόμενη φορά που κάποιος άμοιρος και ανίδεος, ασυναίσθητα, εσκεμμένα ή δε ξέρω και εγώ για ποιο λόγο σε καλημερίσει, ανταπόδωσε. Δε θα χάσεις τίποτα. Ούτε θα φτωχύνεις και το κυριότερο; Δε θα σου κοπεί η γλώσσα. Αν δε με πιστεύεις, μια δοκιμή θα σε πείσει!

Καλημέρα σ' όλους σας για αύριο. :-*
Να είστε όλοι καλά και τα καλημέρα να ανθούν.
« Τελευταία τροποποίηση: Δεκέμβριος 04, 2018, 08:23:39 μμ από theodora7 »
Πολέμιον ανθρώποις αυτοί εαυτοίς.
Ανάχαρσις, 6ος π.Χ. αιών, Σκύθης ηγεμόνας & φιλόσοφος.
https://www.youtube.com/watch?v=WGbU99N-vCk

Αποσυνδεδεμένος apri

  • Ιστορικό μέλος
  • *****
  • Μηνύματα: 4496
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Dum spiro, spero
    • Προφίλ
Απ: Μουσικά αφιερώματα
« Απάντηση #730 στις: Δεκέμβριος 05, 2018, 12:09:35 πμ »
Η γλώσσα είναι ένα ολισθηρό έδαφος. Τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά η δημοσιογραφία φέρει τεράστιες ευθύνες για τις πολλαπλές κακοποιήσεις της. Το ίδιο και η πολιτική όμως. Γενικά, ο δημόσιος λόγος πάσχει. Δεν είναι μόνον τα λογής λογής «μαργαριτάρια» αλλά και ένας αφόρητα προβλέψιμος λόγος που αρκείται σε στερεότυπα ανακυκλώνοντας την ίδια στιγμή χονδροειδή σφάλματα. Η γλώσσα λοιπόν είναι ένα άκρως ολισθηρό έδαφος, σχεδόν μια κινούμενη άμμος, και με τις ταχύτητες που διέπουν τη δημοσιογραφία, εύκολα υποπίπτουμε σε λάθη και χοντροκοπιές.


Σ' αυτό που γράφει ο δημοσιογράφος της Καθημερινής έχει ένα δίκιο, αλλά μόνο όταν το "μαργαριτάρι" είναι απόκλιση με μικρή απήχηση, που περισσότερο μπερδεύει παρά διευκολύνει την επικοινωνία. Τέτοιο λάθος μπορεί να θεωρηθεί η κακή χρήση του "καλησπέρα" που αναφέρει.

Όμως, ένα λάθος δεν συνιστά πάντα κακοποίηση της γλώσσας. Αντιθέτως, μπορεί να συμβάλλει στον εμπλουτισμό της, στην εξέλιξή της.
Και θα αναφέρω ένα παράδειγμα που μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας το σχόλιο του δημοσιογράφου για την εσπέρα και τον εσπερινό.
Ο Κόντογλου γράφει σε ένα κείμενό του για το ηλιοβασίλεμα μια υπόθεση, αρκετά πειστική, για το πώς μπορεί το ρήμα "βασιλεύω" να απέκτησε την έννοια του "δύω" (κάτι που έγινε τα μεσαιωνικά χρόνια).
Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, γιατί είναι ωραία η περιγραφή του:
"Πόσο ποιητικά εκφράζει ο λαός μας τη μεγαλοπρέπεια που έχει εκείνη η ιερή ώρα, λέγοντας πως ο ήλιος «βασιλεύει»…
…Έχω την ιδέα μάλιστα πως ο ευλαβής λαός μας, λέγοντας «ο ήλιος εβασίλεψε», επήρε τα λόγια, γυρίζοντάς τα, από το «Προκείμενον» που λέγει ο ψάλτης το Σαββατόβραδο στον εσπερινό: «ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο» ίσα-ίσα την ίδια ώρα που βασιλεύει ο ήλιος.
Εκείνη την ώρα το χρυσορρόδινο φως μπαίνει από το παράθυρο της εκκλησίας, που είναι κατά το δυτικό μέρος, και χτυπά απάνω στο σκαλιστό τέμπλο, κάνοντας το να λαμποκοπά σαν «χρυσοπλοκώτατος πύργος».


Να προσθέσω ότι ο Χριστός συχνά συνδέεται συμβολικά με τον ήλιο στην Εκκλησία, οπότε είναι ένας λόγος παραπάνω να έγινε η σύγχυση που περιγράφει ο Κόντογλου. Δεν θα ήταν άλλωστε η πρώτη γλωσσική απόκλιση που προκύπτει από παρεξήγηση.
Ένας σχολαστικός θα μπορούσε να τη στιγματίσει και να μιλήσει για λάθος και κακοποίηση της γλώσσας. Κι όμως, δεν προέκυψε μια πολύ όμορφη σημασιολογική διεύρυνση του "βασιλεύω";

......τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,
είναι πι' όμορφοι οι άγνωστοι πάντα γιαλοί.... (Κ. Χατζόπουλος)

Αποσυνδεδεμένος stam

  • Νέο μέλος
  • *
  • Μηνύματα: 50
    • Προφίλ
Απ: Μουσικά αφιερώματα
« Απάντηση #731 στις: Δεκέμβριος 05, 2018, 07:47:14 πμ »

Αποσυνδεδεμένος PDE ads

  • Ιστορικό μέλος
  • *****
  • Μηνύματα: 4006
  • Λατρεύω την εκπαίδευση
    • Προφίλ
    • E-mail
    • Προσωπικό μήνυμα (Εκτός σύνδεσης)
Απ: Μουσικά αφιερώματα
« Δημοσιεύτηκε: Σήμερα στις 06:38:43 »

Αποσυνδεδεμένος apri

  • Ιστορικό μέλος
  • *****
  • Μηνύματα: 4496
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Dum spiro, spero
    • Προφίλ
Απ: Μουσικά αφιερώματα
« Απάντηση #732 στις: Δεκέμβριος 05, 2018, 10:26:32 πμ »
Για τη σημασία του ρήματος βρήκα και αυτό http://www.academia.edu/22371111/%CE%97%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%92%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9B%CE%95%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%91

Μου φαίνεται κάπως τραβηγμένη η εκδοχή του. Για να ισχύει, θα έπρεπε το "βασίλευσε" να χρησιμοποιείται με την έννοια του "έκανε τη δουλειά"/"έφαγε τα ψωμιά του" και σε άλλες περιπτώσεις, ώστε να πεις μετά ότι στην περίπτωση του ήλιου αυτό αντιστοιχούσε στη δύση του. Δεν μαρτυρείται όμως τέτοια χρήση του ρήματος. Αντιθέτως, όταν λέμε για κάποιον ότι "βασίλεψε", έχουμε στο μυαλό μας ότι "μεσουράνησε".
Τι ωραία λέξη το "λιόγερμα", πάντως, που αναφέρει ο Στουγιαννίδης στη μελέτη του ως συνώνυμο... Χρόνια είχα να δω αυτήν τη λέξη. :)

Η Αρβελέρ έχει διατυπώσει την υπόθεση ότι μπορεί το "βασιλεύω" να ταυτίστηκε με το "δύω" λόγω του πορφυρού χρώματος που παίρνει ο ήλιος στη δύση, καθώς η πορφύρα ήταν χαρακτηριστικό χρώμα των βυζαντινών αυτοκρατόρων.
Δεν είναι παράλογη σκέψη.

Του Κόντογλου μου φαίνεται η πιο πειστική ερμηνεία, γιατί υπάρχει και ένα άλλο παράδειγμα παρερμηνείας εκκλησιαστικού κειμένου σαν αυτό που περιγράφει. Αναφέρομαι στο "βρώμα σκωλήκων και δυσωδία" που παρερμηνεύτηκε και κάποιοι ταύτισαν το "βρώμα" (=τροφή) με τη "δυσωδία", αλλά και τον "βρόμο" (=άσχημη μυρωδιά) και έτσι προέκυψε η λέξη "η βρώμα" (που πλέον όμως γράφεται με "ο").
« Τελευταία τροποποίηση: Δεκέμβριος 05, 2018, 10:39:53 πμ από apri »
......τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,
είναι πι' όμορφοι οι άγνωστοι πάντα γιαλοί.... (Κ. Χατζόπουλος)

Αποσυνδεδεμένος theodora7

  • Έμπειρο μέλος
  • ****
  • Μηνύματα: 560
  • Φύλο: Γυναίκα
  • ΠΕ 02, ΠΕ60 και ΠΕ23
    • Προφίλ
Απ: Μουσικά αφιερώματα
« Απάντηση #733 στις: Δεκέμβριος 09, 2018, 04:11:29 μμ »
Η κόψη του έρωτα
ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

εκδ. Καστανιώτη

Ε​​ρωτευόμαστε ένα ανύπαρκτο πρόσωπο. Το αντικείμενο του πόθου ποτέ δεν μας αποκαλύπτεται, εμείς το επινοούμε, το ανακαλύπτουμε, «εμείς το γεννάμε ολόκληρο το άλλο πρόσωπο». Οταν, όμως, υποψιαστούμε ότι ο άλλος υστερεί ως προς την ψευδαισθητική του εικόνα, αρνούμαστε για τον συγχωρήσουμε για την αποστέρηση της διάπυρης αυταπάτης. Μόνο ο ανευόδωτος έρωτας δεν κινδυνεύει να απομαγευτεί. Το ανεκπλήρωτο είναι άτρωτο. Η επιθυμία μοιάζει με όνειρο που δεν αντέχει το παραμικρό άγγιγμα της πραγματικότητας. Οταν η επιθυμία, και δη η ευοδωμένη, εκτίθεται στο πρόσωπο του άλλου, μοιραία καταρρακώνεται, ταπεινώνεται, προδίδεται. Αγαπάμε το αδύνατο γιατί μόνο αυτό φλογίζει το όνειρο. Και από τη στιγμή που θα το ονειρευτούμε, κανείς πλέον δεν μπορεί να συγκριθεί με την ομορφιά και το φέγγος του.

Το χειρότερο, όπως λέει ο Ανδρέας Μήτσου, είναι να αναγνωρίσει κανείς στον άλλον τη μορφή που φαντασιώθηκε. Να νομίσει ότι αντικρίζει πάνω του κάτι που δεν υπάρχει, το οποίο και ερωτεύεται παράφορα, μέχρι να τον δει απογυμνωμένο από τα στολίδια της φαντασίας του. Διότι όποιος μαθαίνει την αλήθεια τιμωρείται. Η πιο επικίνδυνη στιγμή είναι όταν φτάνουμε στον στόχο μας. «Τότε είμαστε πιο κοντά στο χαμό». Η Αλεξάνδρα, που την ερωτεύτηκε ένας Πέτρος, συγκατανεύει στη συντριβή της, όταν ανταποκρίνεται στην επιθυμία του, μια επιθυμία που επί χρόνια απωθούσε και στην οποία δυσπιστούσε. Αν εκείνος την ερωτεύεται για έναν πίνακα που είχε στην κατοχή της, εκείνη πείθεται για την ειλικρίνεια του έρωτά του μέσα από τις λέξεις, ό,τι πιο αναξιόπιστο, ενός διηγήματός του.

Η Αλεξάνδρα ήταν ανίδεη στην αγάπη, έντρομη στο χάδι. Παρά την έκπαγλη ειδή της, η σάρκα της ήταν όξινη και τα σωθικά της αμάλαχτα από συγκίνηση. Θα χρειαστεί να περάσουν πολλά χρόνια για να αφουγκραστεί τον καημό του κορμιού της και να υποταχθεί στην ανταρσία του. «Πονάει το σώμα όπου δεν χαϊδεύεται». Πριν ένιωθε το χέρι του Πέτρου πάνω της σαν απειλή, σαν να ήθελε να την κατεδαφίσει από τα θεμέλιά της, να τη σωριάσει, να την γκρεμίσει. «Τότε το κατάλαβα πως όλη μου τη ζωή ήμουν μόνη. Γιατί δεν ήξερα πώς να τον φιλήσω».

Ο Πέτρος, από το άλλο μέρος, εγκατοικούσε αυτοεξόριστος στους τόπους της τέχνης και της γραφής του. Η όψιμη εκπλήρωση της ερωτικής του επιθυμίας τον ανάγκασε να μπει βίαια στην πραγματικότητα. Η ανταπόκριση της Αλεξάνδρας τον έφερε αντιμέτωπο με ένα πρόσωπο που ποτέ δεν ονειρεύτηκε. Οσο εκείνη τον έδιωχνε, τόσο περισσότερο συνεργούσε στον φαντασιώδη πόθο του. Οταν τον πλησίασε, του φανέρωσε μια ξένη, αθέλητη όψη. Ηταν μια γελοία, συνηθισμένη γυναίκα, μια γυναίκα που είχε ενδώσει. Εξαγριωμένος για τη λαφυραγώγηση των ψευδαισθήσεών του, της κλέβει τον πίνακα, αυτή την απομίμηση αγάπης, τη μοναδική ομορφιά που ποτέ τής αναγνώρισε. Και η Αλεξάνδρα, με την αγάπη της να έχει γίνει δίκοπο μαχαίρι, αποφασίζει να του πάρει το κεφάλι. Αστόλιστη θα τον εκδικούνταν. Απαλλαγμένη από όλα όσα της είχε φορτώσει. Θα τον αφάνιζε, επειδή την είχε σβήσει, υφαρπάζοντάς της ό,τι πιο ιδεατό διέθετε.

Ο Μήτσου αποδίδει εκπληκτικά, με άγριο αισθησιασμό, τον τρικυμισμένο ψυχισμό της ηρωίδας του. Με σφοδρή ένταση και ψυχογραφική βαθύνοια μεταφέρει την αγωνία της να απαντήσει το ανεύρετο «γιατί» του έρωτα, τη λύσσα της να εκδικηθεί την ταπείνωσή της, να διασώσει και να δικαιώσει τη λεηλατημένη της ύπαρξη και να σφραγίσει την ήττα της στην αγάπη με τη φοβερή της πράξη, την πιο περιπαθή και σαρκική της ζωής της. Η αφήγησή της, λαιλαπώδης, φρενήρης, έξαλλη από θυμό και πάλλουσα από σπαραγμό, είναι η απολογία της, το απόσταγμα του μίσους της, ή, αλλιώς, της αγάπης της. Οι λέξεις της την οδηγούν στο μαχαίρι με το οποίο θα τις επαληθεύσει και θα τις αποκαταστήσει. Η δοξαριά της λάμας στον λαιμό του εραστή μελωδεί ένα διάτορο κρεσέντο για την τρομερή βία του έρωτα. Και αυτό ακριβώς είναι που συναρπάζει στο μυθιστόρημα του Μήτσου, η ζοφώδης σπουδή πάνω στην ερωτική επιθυμία, ευχή και κατάρα της καρδιάς.



https://www.diaforetiko.gr/ine-i-anekpliroti-erotes-adiexodi-ston-pono/



«Το μόνο που επιθυμεί ο ερωτευμένος είναι να αγκαλιαστεί σε ένα ιδιωτικό σύμπαν, που η ανθρώπινη γλώσσα πια δεν θα έχει καμιά σημασία»

Ας το παραδεχτούμε. Ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος είναι το πιο κουραστικό πρόσωπο του κόσμου.

Τα λόγια του αμφιθυμικά ταλαντεύονται ανάμεσα στο μοιρολόι και την προσευχή. Οι εξαντλητικές αφηγήσεις του, που βρίθουν από φρικτές επαναλήψεις, βγαίνουν από το στόμα του μηχανικά. Ενώ είναι γεμάτες ερωτηματικά, δεν περιμένουν καμιά απάντηση. Η σημειολογία του, που φλερτάρει με το παρανοϊκό παραλήρημα, κάπως διασκεδαστική στην αρχή, σύντομα αποδεικνύεται μια γκιλοτίνα νοήματος.


 
Ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος άλλωστε, όπως θα δούμε και παρακάτω, δεν ενδιαφέρεται καθόλου να αποκτήσει μια κοινή γλώσσα με τον συνομιλητή του. Το μόνο που επιθυμεί είναι να αγκαλιαστεί με το αντικείμενο του πόθου του, σε ένα ιδιωτικό σύμπαν, που η ανθρώπινη γλώσσα πια δεν θα έχει καμιά σημασία.

Αυτός ο υποκριτικός ιεροκήρυκας της συνδεσιμότητας, που με περίσσια αιδημοσύνη εγκαταλείπει τα εγκόσμια για την αγάπη του, δεν ενδιαφέρεται να συνάψει δεσμό με κανένα υποκείμενο. Ο συνομιλητής του γίνεται ένα αντικείμενο βραχείας ανακούφισης ή δυσφορίας και αυτό μάλλον είναι που τον καθιστά τόσο κουραστικό.

Όποιος πει πως δεν ντρέπεται για τον εαυτό του όταν βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση, όποιος υποστηρίξει πως δεν είχε σαδιστικές φαντασιώσεις για το κολλητό του που απεραντολογούσε για την αγαπημένη του, μάλλον λέει ψέματα.

Προς τι αλήθεια το καταγγελτικό ύφος της προηγούμενης παραγράφου; Προς τι η άδικη επικριτικότητα απέναντι στον ερωτευμένο;

Ίσως να φταίει η ζήλεια μας- πως να το κάνουμε, ο έρωτας, αν μη τι άλλο, είναι ηδονικός.

Ίσως, επίσης, να φταίει η αμηχανία που μας προκαλεί η φιγούρα του. Πιθανολογούμε πως προκαλεί την ίδια συναισθηματική αντίδραση με τη θέαση ενός θλιμμένου κλόουν.

Κατά παρόμοιο τρόπο ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος είναι ένα πρόσωπο κωμικό και συνάμα τραγικό. Κωμικό, επειδή τα πάθη του από απόσταση φαίνονται μικρά.

Είμαστε σίγουροι πως το βουνό της απελπισίας του είναι εύκολα προσπελάσιμο «αρκεί να πάψει να παιδιαρίζει» ή «να δει επιτέλους τη πραγματικότητα».

Τραγικό διότι η απροσπέλαστη συναισθηματική του παγίδα, μας φέρνει σε επαφή με τη δική μας «ανθρώπινη κατάσταση». Με τη δική μας μικρότητα απέναντι στις εμμονές, στις νευρώσεις και στους έρωτες μας.

Από εδώ και πέρα ας προσπαθήσουμε να είμαστε τρυφερότεροι απέναντί του. Τι στοιχίζει λίγη επιείκεια απέναντι στον εαυτό μας;

Για να προχωρήσουμε, θα χρειαστεί να κάνουμε την αυθαίρετη υπόθεση πως υπάρχει «εκπληρωμένος έρωτας».

Συνεπώς το ανεκπλήρωτο θα αναφέρεται στις καταστάσεις εκείνες όπου ο ερωτευμένος είτε δεν έχει εξομολογηθεί τον έρωτά του, είτε οι πρακτικές περιστάσεις τον εγκατέλειψαν με ένα αίσθημα μη ολοκλήρωσης, όπως για παράδειγμα ένα πρόωρο σταμάτημα της σχέσης ή ακόμη και η πεποίθηση ότι δεν έχει γευτεί ολόκληρο το εύρος των συναισθημάτων του σημαντικού άλλου.

Ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος βρίσκεται, λοιπόν, σε μια διαρκή πάλη με την πραγματικότητα. Βυθισμένος στις ονειροπολήσεις του, στις αναμνήσεις τυχαίων δήθεν συναντήσεων με το ποθητό αντικείμενο, αναπαράγει την επιθυμία του, κρατώντας ψηλά (πολύ ψηλά!) το άτομο που αγαπά.

Με θρησκευτική ευλάβεια γίνεται πιστός στη προσωπική του θρησκεία όπου το θείο ον αποκτά δικαιώματα ζωής και θανάτου πάνω του.

Η απόλυτη εξάρτηση του από αυτή καθ' εαυτή τη φαντασίωση απόλυτης εξάρτησης τον καθιστά αδύναμο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση. Και έτσι αδύναμος όπως είναι χρειάζεται κάτι να τον στηρίξει.

Τι άλλο; Ο έρωτας του! Τι αυτοεκπληρούμενη αιχμαλωσία!

Ο ερωτευμένος μας είναι ένα πρόσωπο, λοιπόν, αιχμάλωτο στην ανεκπλήρωτη επιθυμία του. Ως εκ τούτου υποφέρει.

Στην περίπτωσή του η πληγή και το όπλο που την προκάλεσε, έχουν μια ξεκάθαρη συγγένεια -το όπλο είναι και η θεραπεία. Ας το σκεφτούμε, καλύτερα.

Προκειμένου το ερωτικό του αντικείμενο να μπορέσει να θεραπεύσει τη πληγή της μη εκπλήρωσης, θα πρέπει μοιραία να μείνει πολύ δυνατό -εξιδανικευμένο. Αν μείνει όμως τόσο δυνατό, είναι ταυτόχρονα και απρόσιτο, άρα βαθαίνει την πληγή της έλλειψης. Ένα είναι σίγουρο. Η πληγή αυτή δεν κλείνει. Και θα δούμε παρακάτω τι είδους πληγή είναι αυτή.

Ας μείνουμε προς το παρόν στην παραδοχή ότι ο ερωτευμένος βρίσκεται σε μια σχεδόν μόνιμη κατάσταση πόνου. Η στοιχειώδης ψυχολογική σκέψη μάς καλεί να αναλογιστούμε τι είδους απόλαυση-δευτερογενές όφελος έχει από αυτό; Μια πρώτη, κάπως περίεργη απάντηση είναι ότι οι άνθρωποι ερωτεύονται από βαρεμάρα. Να εξηγηθούμε.

Ο ρομαντικός έρωτας εμφανίζεται στις απαρχές της εφηβείας. Έρχεται όπως ο κακός λύκος στις σκοτεινιές του δάσους της διευρυμένης μας κοινωνικοποίησης, να ταράξει τα νερά της παρωχημένης παιδικότητας. Έρχεται να αμφισβητήσει τις κατακτήσεις και την αλαζονεία της υποτιθέμενης παντοδυναμίας που τάχα έχουμε κατακτήσει μαθαίνοντας δυο γράμματα και κλωτσώντας ένα τόπι. Έρχεται σχεδόν να γελοιοποιήσει τη σχετική αυτονομία που μέχρι εκείνο το σημείο απολαμβάνουμε, προσφέροντας το μεγαλειώδες όραμα της ενηλικίωσης.

Ο έρωτας λοιπόν, σκαρφαλώνει στην καρδιά του έφηβου και τη γαργαλάει. Και τι αμφιθυμική αίσθηση είναι το γαργάλημα αλήθεια! Τι φοβερό μείγμα ευχαρίστησης και ενόχλησης!

Υπαινισσόμαστε, λοιπόν, πως ο έρωτας τόσο παράλογος, τόσο μεθυστικός και σαγηνευτικός, μας τραβάει από τη μύτη προς το καινούριο. Είναι ο ανανεωτής του νοήματος και ο καταστροφέας του.

Ο έρωτας είναι μια βίαιη εξέγερση ενάντια στον εαυτό. Πιο συγκεκριμένα ίσως, στην εικόνα του εαυτού που εκπληρώνεται στις καθημερινές μέριμνες μέσω της επανάληψης και της νοηματοδότησης των «σημαντικών» πραγμάτων. Ο επαναστάτης φοιτητής, από αυταπόδεικτα υλιστής, μετατρέπεται σε «σύννεφο με παντελόνια». Ο συντηρητικός λογιστής, ξάφνου, αντί για νούμερα αναπολεί τις καμπύλες της νεαρής βοηθού του. Οτιδήποτε κανείς θεωρεί ταυτότητα χάνει την εγκυρότητά του, παύει να έχει μεγάλη επενδυτική αξία στην ψυχική οικονομία.

Ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος απαιτεί την επιστροφή στη συγχώνευση. Χωρίς ξεκάθαρη ταυτότητα άλλωστε, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές. Δεν υπάρχει εγώ και εσύ. Υπάρχουμε μαζί σε ένα κοινό υπερβατικό σώμα.

Η απουσία βιώνεται σα πόνος στο στομάχι, η παρουσία σαν τάισμα. Το σώμα αυτό έχει μια συνέχεια, αν το έντερο υποφέρει, το συκώτι δεν μπορεί να είναι χαρούμενο. Τούτο είναι, πιθανόν, που τον πείθει πως όλοι γύρω του ενδιαφέρονται, μέχρι θανάτου, για τις διηγήσεις των παθημάτων του. Τούτο είναι που τον πείθει ότι συνδέεται βαθιά με το αντικείμενο της αγάπης του.

«Μου χαμογέλασε σήμερα», λέει μέσα από τα δόντια του και εννοεί «ο κόσμος μου είναι χαμογελαστός». «Δεν την είδα σήμερα», μοιρολογεί και το σύμπαν μετατρέπεται σε ένα πένθιμο κενό.

Ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος ψιθυρίζει μέσα του «Σε σκέφτομαι, άρα υπάρχω», και ο συλλογισμός αυτός τον σώζει από τον σκεπτικισμό για το νόημα της ύπαρξής του, που καταρρέει μαζί με όλες τις παλιές βεβαιότητες.

Το σπήλαιο της συγχώνευσης του έρωτα είναι ο ζεστός, υποσχετικός χώρος θεραπείας της πληγής του διαχωρισμού. Ο ερχομός μας στη ζωή μάς επιφυλάσσει μια φρικτή έκπληξη.

Ξεκινάμε απόλυτα διαβεβαιωμένοι πως οτιδήποτε χρειαστούμε θα μας δοθεί. Σύντομα, σε λίγους μόλις μήνες, γίνεται περισσότερο από προφανές πως δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Το Κοπερνίκειο αυτό τραύμα προσφέρει μια πρώτης τάξεως απογοήτευση. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε για να ικανοποιηθούμε. Η ικανοποίηση δεν θα έλθει μαγικά όπως στις αρχές. Ποιο φρικτό αμάρτημα διαπράξαμε για να υποφέρουμε μια τόσο σκληρή τιμωρία; Και πώς μπορούμε να ανακουφίσουμε τη πληγή της πτώσης από το βασίλειο των ουρανών;

Η προσπάθεια ανακούφισης της πληγής είναι αυτή που μας βοηθά να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας μέσα από τη δημιουργία και την ανάπτυξη της συνείδησης. Γινόμαστε καλοί σε αυτό ή εκείνο.

Νιώθουμε προσωρινά δυνατοί με τα επιτεύγματά μας. Αναρωτιόμαστε, τι νόημα υπάρχει; Παρόλα αυτά, ξαναερχόμαστε αντιμέτωποι με το γεγονός ότι η πληγή δε κλείνει, καθώς είναι αδύνατο να επιστρέψουμε στο Κήπο της Εδέμ. Και έτσι, όλα όσα έχουμε παγιωθεί πλέον μας προσφέρουν μια καταπληκτική βαρεμάρα. Και να σου ο έρωτας, λαμπερός όπως ο ήλιος μάς αναγκάζει να αποστρέψουμε το βλέμμα μας στη σκιά. Να κλειστούμε στη σπηλιά, όπου μπορούμε με άνεση να φανταζόμαστε και να ζωγραφίζουμε τον ήλιο.

Ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος δεν είναι μονό ένας πιστός. Μοιάζει με τον ίδιο τον Θεό.

Κάπως έτσι δεν έγιναν τα πράγματα; Αφού ο Θεός έφτιαξε το φως, τη γη, τη θάλασσα και τα υπόλοιπα δώρα του, εκπληρώνοντας τη παντοδυναμία του, βαρέθηκε- δεν είχε με ποιον να μοιραστεί αυτά τα δώρα. Έτσι δημιούργησε τον άνθρωπο και τον ερωτεύτηκε. Έγινε το αγαπημένο του πλάσμα. Μόνο που όπως κάθε ζηλιάρης ερωτευμένος απαίτησε την απόλυτη αφοσίωσή του.

Μόλις ο άνθρωπος έφαγε τον απαγορευμένο καρπό αποδεικνύοντας την απιστία του, ο Θεός έπεσε σε φριχτές κακοκεφιές, σε ένα ντελίριο αμφιθυμίας όπου τη μια τον έσωζε, την άλλη τον κατέστρεφε.

Κάπως έτσι δεν ενεργεί και ο ερωτευμένος; Πόσες φορές δεν έχει καταπνίξει τον έρωτά του, μόνο και μόνο για να τον διασώσει λίγα λεπτά αργότερα. Έπρεπε να γίνουν πολλές πλημμύρες και παντός είδους συμφορές για να κατανοήσει την «ανθρώπινη κατάσταση» μέσα από την ενσάρκωση, να υποφέρει όπως ο άνθρωπος πάνω στον Σταυρό, για να μεταμορφωθεί στον Θεό της Αγάπης.

Ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος, όμως, δεν φτάνει ποτέ στην υπέρτατη θυσία. Δεν αφήνει τον εαυτό του να ζήσει τα πάθη, τη νομοτελειακή προδοσία, την ταπείνωση και τα δάκρυα της αποδοχής της πραγματικότητας. Προτιμά να μείνει στην εποχή των θαυμάτων και της επικράτησής του πάνω στους πειρασμούς. Ίσως αυτό τον κάνει να υποφέρει.

Διότι δεν βρίσκει το θάρρος να ρωτήσει το ερωτικό του αντικείμενο ειλικρινά, «γιατί με εγκατέλειψες;». Δεν έρχεται αντιμέτωπος δηλαδή με την απώλεια της φαντασίωσης της τελειότητας. Δεν θέλει να δεχτεί την αλήθεια, πως το πρόσωπο που αγάπησε είναι ένα ανθρώπινο ον, με ατέλειες που όχι μόνο δεν είναι ένα αέναα φροντιστικό πλάσμα, αλλά αντίθετα θα μπορούσε να είναι απόλυτα απογοητευτικό.

Ο έρωτας του ανεκπλήρωτα ερωτευμένου ορισμένες φορές γίνεται «αντιέρωτας», μιας και αντί για τη σύνδεση, επιφέρει τη καταστροφή του ερωτικού δυναμικού που είναι η σύνθεση, η δημιουργία του τρίτου. Χωρίς το βήμα της εκπλήρωσης, όποιο και αν είναι αυτό (εξομολόγηση, πένθος κτλ.), ο ανεκπλήρωτα ερωτευμένος επιμένει να μένει στη συγχώνευση και όχι μέρος της γονιμοποίησης (έστω και του ίδιου του εαυτού του). Έρως και Θάνατος αγκαλιασμένοι, σε ένα τρομακτικό τανγκό.
« Τελευταία τροποποίηση: Δεκέμβριος 09, 2018, 04:21:34 μμ από theodora7 »
Πολέμιον ανθρώποις αυτοί εαυτοίς.
Ανάχαρσις, 6ος π.Χ. αιών, Σκύθης ηγεμόνας & φιλόσοφος.
https://www.youtube.com/watch?v=WGbU99N-vCk

 

Pde.gr, © 2005 - 2018

Το pde σε αριθμούς

Στατιστικά

μέλη
  • Σύνολο μελών: 28583
  • Τελευταία: Nina80
Στατιστικά
  • Σύνολο μηνυμάτων: 969167
  • Σύνολο θεμάτων: 16873
  • Σε σύνδεση σήμερα: 236
  • Σε σύνδεση έως τώρα: 1737
  • (Σεπτέμβριος 06, 2014, 04:03:51 μμ)
Συνδεδεμένοι χρήστες
Μέλη: 5
Επισκέπτες: 113
Σύνολο: 118

Πληροφορίες

Το PDE φιλοξενείται στη NetDynamics

Όροι χρήσης | Προφίλ | Προσωπικά δεδομένα | Υποστηρίξτε μας

Επικοινωνία >

Powered by SMF 2.0 RC4 | SMF © 2006–2010, Simple Machines LLC
TinyPortal 1.0 RC1 | © 2005-2010 BlocWeb

Δημιουργία σελίδας σε 0.065 δευτερόλεπτα. 31 ερωτήματα.